Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για την απόφαση του Αρείου
Πάγου που θα κρίνει τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα κόκκινα δάνεια
του νόμου Κατσέλη.
Σε κρίσιμη καμπή βρίσκεται η υπόθεση του τρόπου υπολογισμού
των τόκων στις ρυθμισμένες οφειλές δανειοληπτών που έχουν υπαχθεί στον νόμο
Κατσέλη, καθώς πλησιάζει η Διάσκεψη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, από
την οποία αναμένεται να δοθεί οριστική απάντηση.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αναμένεται να
καθορίσει αν ο εκτοκισμός των ρυθμισμένων κόκκινων δανείων θα γίνεται επί του
συνολικού χρέους ή μόνο επί της μηνιαίας δόσης, ζήτημα που επηρεάζει
άμεσα εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες.
Ο εισηγητής της υπόθεσης, αντιπρόεδρος του Αρείου
Πάγου Σωτήρης Πλαστήρας, φέρεται να τάσσεται υπέρ της ερμηνείας που
ευνοεί τους δανειολήπτες, εισηγούμενος οι τόκοι να υπολογίζονται στη
μηνιαία καταβολή και όχι στο σύνολο της οφειλής.
Το θέμα προέκυψε από διαφορετικές ερμηνείες του άρθρου 9
παρ. 2 του νόμου 3869/2010, που αφορά την προστασία της κύριας
κατοικίας και προβλέπει ότι οι μηνιαίες καταβολές είναι «έντοκες,
χωρίς ανατοκισμό». Η διατύπωση αυτή έχει οδηγήσει σε αντικρουόμενες
αναγνώσεις από τις δύο πλευρές.
Οι πιστωτές, τράπεζες και εταιρείες
διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), υποστηρίζουν ότι ο τόκος
κάθε μήνα πρέπει να υπολογίζεται επί του συνόλου του ρυθμισμένου δανείου.
Αντίθετα, οι δανειολήπτες θεωρούν ότι ο εκτοκισμός
αφορά αποκλειστικά τη μηνιαία δόση που καταβάλλεται, ερμηνεία που,
όπως υποστηρίζουν, εναρμονίζεται με τη φιλοσοφία του νόμου για την ελάφρυνση
των οφειλετών.
Οι δύο προσεγγίσεις οδηγούν σε σημαντικά διαφορετικό ύψος
τόκων σε ετήσια βάση.
Στην πρώτη περίπτωση, το συνολικό κόστος
για τον δανειολήπτη είναι σαφώς υψηλότερο. Στη δεύτερη, το
οικονομικό βάρος μεταφέρεται στους πιστωτές, με εκτιμώμενη ζημιά
που, σύμφωνα με υπολογισμούς, θα μπορούσε να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ.
Γιατί αφορά τους περισσότερους με στεγαστικό δανείο
Για τη μεγάλη πλειονότητα των δανειοληπτών που έχουν υπαχθεί
στον νόμο Κατσέλη, το πρόβλημα δεν είναι η δόση αυτή καθαυτή, αλλά ο τρόπος με
τον οποίο υπολογίζονται οι τόκοι στο στεγαστικό τους δάνειο.
Πρόκειται κυρίως για μεγάλα δάνεια που συνδέονται με
την κύρια κατοικία, με μακροχρόνιες ρυθμίσεις και χαμηλές μηνιαίες
καταβολές, ώστε να μπορούν να εξυπηρετηθούν. Αν όμως ο τόκος υπολογίζεται επί
του συνολικού υπολοίπου και όχι επί της μηνιαίας δόσης, τότε, στην πράξη, ο
δανειολήπτης πληρώνει επί χρόνια σχεδόν μόνο τόκους, χωρίς να μειώνεται
ουσιαστικά το κεφάλαιο του δανείου.
Τι κερδίζουν αν ο Άρειος Πάγος αποφασίσει υπέρ των
δανειοληπτών
Εάν ο Άρειος Πάγος υιοθετήσει την ερμηνεία ότι οι
τόκοι υπολογίζονται στη μηνιαία δόση και όχι στο σύνολο του χρέους, οι
δανειολήπτες με μεγάλα στεγαστικά δάνεια θα δουν άμεση και ουσιαστική
ελάφρυνση.
Η μηνιαία καταβολή θα κατευθύνεται κυρίως στην αποπληρωμή
του κεφαλαίου, η συνολική επιβάρυνση από τόκους θα μειωθεί δραστικά και
η ρύθμιση θα λειτουργεί πραγματικά ως μηχανισμός προστασίας της κύριας
κατοικίας. Με απλά λόγια, θα μπορούν να ξεχρεώνουν σταδιακά το δάνειό
τους, αντί να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια
μακροχρόνια πληρωμή τόκων.
Το πιο απλό παράδειγμα είναι:
Ένας δανειολήπτης έχει στεγαστικό δάνειο για το σπίτι
του, το χρέος 150.000 ευρώ και η δόση: 600 ευρώ τον
μήνα.
Αν ο τόκος μπαίνει στο σύνολο του δανείου κάθε μήνα, ο
τόκος υπολογίζεται πάνω στα 150.000 ευρώ.
Έτσι, από τα 600 ευρώ περίπου 560 ευρώ πάνε μόνο σε τόκο
μόλις 40 ευρώ μειώνουν το δάνειο.
Δηλαδή ο δανειολήπτης πληρώνει, αλλά το χρέος σχεδόν
δεν κατεβαίνει.
Αν όμως ο τόκος μπαίνει στη μηνιαία δόση τότε ο τόκος υπολογίζεται
μόνο στα 600 ευρώ της δόσης, δηλαδή είναι περίπου 25-30 ευρώ τα
υπόλοιπα 570 ευρώ μειώνουν το χρέος
Από την πλευρά των τραπεζών και των servicers επισημαίνεται
ότι στη διεθνή πρακτική ο εκτοκισμός γίνεται επί του συνολικού
κεφαλαίου και όχι επί της δόσης, επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ της
δικής τους ερμηνείας.
Ωστόσο, στη συνεδρίαση της Ολομέλειας του Αρείου
Πάγου στις 27 Φεβρουαρίου 2025, η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεωργία
Αδειλίνη, είχε ταχθεί υπέρ των δανειοληπτών, με το σκεπτικό της να
δίνει έμφαση στη φιλοσοφία του νόμου και στην ανάγκη ουσιαστικής προστασίας του
οφειλέτη.
Έκτοτε, διαρροές από την πλευρά των πιστωτών ανέφεραν
ότι η τελική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ενδέχεται να τους δικαιώσει, με
τον Άρειο Πάγο να παρεμβαίνει με ανακοίνωσή του, διαψεύδοντας σχετικές
πληροφορίες και υπογραμμίζοντας την ανάγκη διασφάλισης της ακεραιότητας της
δικαστικής διαδικασίας.
Σχολιάστε εδώ
για να σχολιάσετε το παραπάνω θέμα πρέπει να εισέλθετε